Φορείς και πολίτες της Καρδίτσας τίμησαν την Κυριακή 24 Μαΐου το πρωί, τη μνήμη των 353.000 θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, συμμετέχοντας στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με Δοξολογία και ακολούθησε ομιλία της δικηγόρου κ. Χρ. Ντόκα, η οποία αναφέρθηκε στα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν στη Γενοκτονία των Ποντίων, παρουσιάζοντας συγκινητικές μαρτυρίες και περιγραφές. Τόνισε πως η επέτειος αποτελεί ημέρα ιστορικής μνήμης και εθνικής ευθύνης, επισημαίνοντας την ανάγκη να διατηρηθεί ζωντανή η αλήθεια απέναντι σε κάθε προσπάθεια παραχάραξης της ιστορίας.
Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε επιμνημόσυνη δέηση μπροστά στο Ηρώο των πεσόντων, όπου εκπρόσωποι της περιφέρειας, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και τοπικών φορέων κατέθεσαν στεφάνια.
Η τελετή ολοκληρώθηκε με ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των θυμάτων και την ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου από τη Φιλαρμονική του Δήμου, ενώ τιμές απέδωσε άγημα του Κέντρου Εκπαίδευσης Στρατονομίας.
Αναλυτικά η ομιλία της κ. Ντόκα:
Στεκόμαστε σήμερα με σεβασμό και συγκίνηση μπροστά στη μνήμη των αδελφών μας Ποντίων, που ξεριζώθηκαν, βασανίστηκαν και χάθηκαν μέσα στα σκοτεινά, αιματοβαμμένα χρόνια της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού.
Η σημερινή επιμνημόσυνη δέηση αποτελεί φόρο τιμής στις 353.000 αδικοχαμένες ψυχές του Πόντου, δεν είναι μόνο ημέρα ιστορικής μνήμης.
Είναι ημέρα χρέους.
Χρέους απέναντι στους νεκρούς μας, απέναντι στην ιστορία, αλλά και απέναντι στις νεότερες γενιές που οφείλουν να γνωρίζουν την αλήθεια.
Ο ελληνισμός του Πόντου έζησε και δημιούργησε στις ακτές του Εύξεινου Πόντου για σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια, στην Τραπεζούντα, στη Σαμψούντα, στην Κερασούντα, στην Αμάσεια, στα Κοτύωρα, στην Τοκάτη και στη Μερζιφούντα, οι ελληνικές Κοινότητες γνώρισαν μεγάλη ακμή μέσα από την παιδεία, το εμπόριο και τον πολιτισμό, δημιούργησαν ελληνικά σχολεία, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα όπως το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, εκκλησίες, μοναστήρια, ζούσαν με βαθιά πίστη και πνευματική ζωή.
Οι Πόντιοι κράτησαν για αιώνες και γενιές ολόκληρες την ελληνική γλώσσα, τις παραδόσεις και την ορθόδοξη πίστη ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες.
Και όμως...
Αυτός ο λαός οδηγήθηκε στον αφανισμό.
Οι Πόντιοι Έλληνες εκτοπίστηκαν κυρίως από το καθεστώς των Νεότουρκων και αργότερα από το εθνικιστικό κίνημα του Mustafa Kemal Atatürk κατά την περίοδο 1914-1923.
Οι Πόντιοι θεωρήθηκαν «επικίνδυνοι», ιδιαίτερα επειδή διατηρούσαν έντονη ελληνική ταυτότητα, είχαν οικονομική και πνευματική ανάπτυξη και υπήρχε φόβος ότι θα διεκδικούσαν αυτονομία ή σύνδεση με την Ελλάδα
Από το 1914 έως το 1923, χιλιάδες οικογένειες εκτοπίστηκαν από τα σπίτια τους.
Άνθρωποι αθώοι οδηγήθηκαν σε πορείες θανάτου μέσα στο κρύο, στην πείνα και στις αρρώστιες. Χωριά κάηκαν. Παιδιά έμειναν ορφανά. Μάνες έχασαν τα παιδιά τους και παιδιά τις μάνες τους.
Χιλιάδες Πόντιοι αναγκάζονταν να περπατούν για εβδομάδες ή μήνες προς το εσωτερικό της Ανατολίας, χωρίς τροφή, νερό, ιατρική βοήθεια.
Ανάμεσα στους εκτοπισμένους υπήρχαν μικρά παιδιά, ηλικιωμένοι, έγκυες γυναίκες, άρρωστοι άνθρωποι.
Συχνά, όσοι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν την πορεία εγκαταλείπονταν ή εκτελούνταν.
Οι πορείες θανάτου δεν ήταν μετακινήσεις πληθυσμών. Ήταν δρόμοι χωρίς επιστροφή.
Δρόμοι πείνας, εξάντλησης και θανάτου, όπου χιλιάδες αθώοι άνθρωποι χάνονταν καθημερινά, κρατώντας ακόμη στα χέρια τους ό,τι απέμενε από τη ζωή και την πατρίδα τους
Δεν ήταν μια τυχαία τραγωδία του πολέμου. Ήταν οργανωμένη προσπάθεια εξόντωσης ενός λαού. Ήταν γενοκτονία.
Ιδιαίτερα συμβολική είναι η ημέρα της 19ης Μαΐου.
Στις 19 Μαΐου 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα, σηματοδοτώντας την πιο σκληρή και αιματηρή φάση των διωγμών εναντίον των Ποντίων.
Για τον ποντιακό ελληνισμό, η ημερομηνία αυτή δεν είναι απλώς μια ιστορική αναφορά.
Είναι ημέρα πένθους και μνήμης.
Είναι η ημέρα που συμβολίζει τον ξεριζωμό, τις χαμένες πατρίδες, τις αμέτρητες ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν άδικα.
«Πάρθεν η Ρωμανία». Ένας θρήνος που εξέφραζε την απώλεια μιας πατρίδας, αλλά και τον πόνο ενός ολόκληρου λαού που έβλεπε τις ρίζες, τα σπίτια και την ιστορία του να χάνονται μέσα στις φλόγες της καταστροφής.
Κάθε χρόνο, τέτοια ημέρα, ο ελληνισμός σκύβει ευλαβικά το κεφάλι μπροστά στις 353.000 ψυχές που ζητούν δικαίωση μέσα από τη μνήμη και την ιστορική αλήθεια.
Και μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, ξεχωρίζει μια μορφή που έγινε σύμβολο δύναμης, πόνου και αξιοπρέπειας.
Η Πόντια μάνα.
Η μάνα που κράτησε το παιδί της στην αγκαλιά μέσα στις πορείες του θανάτου, που περπάτησε ξυπόλυτη στα βουνά για να σώσει την οικογένειά της.
Η μάνα που πείνασε για να δώσει μια μπουκιά ψωμί στο παιδί της.
Η μάνα που ξεριζώθηκε από τη γη της, αλλά δεν ξερίζωσε ποτέ από την ψυχή της την πατρίδα.
Γιατί μέσα στο πρόσωπό της κρύβεται όλος ο πόνος αλλά και όλη η δύναμη του ποντιακού ελληνισμού. Κουβάλησε στις πλάτες της την προσφυγιά, την ορφάνια, τη φτώχεια και την αγωνία της επιβίωσης.
Και όμως κατάφερε να κρατήσει ζωντανή τη γλώσσα, τα τραγούδια, τους χορούς, τη μνήμη.
Χάρη σε εκείνες τις γυναίκες, οι επόμενες γενιές έμαθαν τι σημαίνει Πόντος.
«Η μάνα εν κρύον νερόν».
Μέσα στα χρόνια του διωγμού και της προσφυγιάς, η Πόντια μάνα έγινε παρηγοριά, δύναμη και ελπίδα για ολόκληρες γενιές ανθρώπων
Και όταν οι πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα, δεν βρήκαν πάντα ανοιχτές αγκάλες. Βρήκαν δυσκολίες, φτώχεια, καχυποψία.
Όμως οι Πόντιοι δεν ζήτησαν λύπηση.
Ζήτησαν μόνο μια ευκαιρία να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.
Και τα κατάφεραν.
Δούλεψαν σκληρά, δημιούργησαν οικογένειες, κράτησαν τα ήθη και τις παραδόσεις τους και πρόσφεραν ανεκτίμητα στην πατρίδα μας.
Παρά τον πόνο, τον ξεριζωμό και τη γενοκτονία, ο ποντιακός ελληνισμός δεν χάθηκε.
Όπως λέει και το ιστορικό ποντιακό τραγούδι,
«Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο».
Μέσα από τις στάχτες της ιστορίας, οι Πόντιοι κράτησαν ζωντανή την πίστη, τη γλώσσα και την ψυχή τους.
Σήμερα, έναν αιώνα μετά, η μνήμη παραμένει ζωντανή.
Ζει μέσα στη λύρα που δακρύζει.
Ζει στα τραγούδια και στους χορούς του Πόντου.,
Ζει στα μνημόσυνα, στις εκδηλώσεις μνήμης και στις ψυχές όλων όσοι αρνούνται να
ξεχάσουν. Ζει στις αφηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων μας και ήδη των
προπαππούδων και προγιαγιάδων μας, κι αν δεν διδάξουμε τις επόμενες γενιές, η
μνήμη αυτή θα σβήσει.
Γιατί η λήθη είναι ο δεύτερος θάνατος. Δεν στεκόμαστε σήμερα εδώ για να καλλιεργήσουμε μίσος.
Στεκόμαστε εδώ για να τιμήσουμε τους αθώους νεκρούς.
Για να υπερασπιστούμε την ιστορική αλήθεια.
Για να θυμίζουμε σε όλον τον κόσμο πως κανένας λαός δεν πρέπει να βιώσει ξανά τον ξεριζωμό και τη γενοκτονία.
Ιδιαίτερα σήμερα, σε μια εποχή όπου οι πόλεμοι, η προσφυγιά και η βία εξακολουθούν να πληγώνουν την ανθρωπότητα, το μήνυμα της ημέρας αυτής είναι ακόμη πιο δυνατό.
Η ιστορία δεν πρέπει να ξεχνιέται.
Γιατί όταν οι λαοί ξεχνούν, τότε τα ίδια εγκλήματα κινδυνεύουν να επαναληφθούν.
Οφείλουμε όμως να παραδεχθούμε ότι η ιστορική μνήμη χρειάζεται στήριξη,
παρουσία και σεβασμό από όλους, πράξεις από φορείς που να δείχνουν πως οι θυσίες
εκείνων των ανθρώπων εξακολουθούν να έχουν θέση στη συλλογική μας συνείδηση.
Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, σε μια τόσο σημαντική επέτειο ιστορικής μνήμης,
βλέπουμε σιωπή εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει παρουσία.
Δεν υπάρχουν εκδηλώσεις, δεν υπάρχουν πρωτοβουλίες, πολλές φορές ούτε καν
συμβολική αναφορά μνήμης από ανθρώπους που είναι σε θέση να τιμούν την ιστορία
του Ποντιακού Ελληνισμού, ιδιαίτερα σε μια εποχή που η ψηφιακή επικοινωνία είναι
εύκολη και σπαταλάτε ανούσια.
Ο Σύλλογος Ποντίων Νομού Καρδίτσας παλεύει επί χρόνια με ελάχιστα μέσα, χωρίς
ουσιαστική στήριξη.
Ακόμη και μετά τις καταστροφές του Ιανού, όπου χάθηκαν πολύτιμα αντικείμενα, φορεσιές και κομμάτια της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, ο αγώνας συνεχίζεται κυρίως χάρη στο φιλότιμο και την αγάπη λίγων ανθρώπων, από απογόνους προσφύγων, από ανθρώπους που δεν αφήνουν τη φλόγα να σβήσει.
Γιατί η μνήμη δεν πρέπει να ενεργοποιείται μόνο επετειακά και τυπικά. Είναι ευθύνη διαρκής.
Και όταν ένας λαός αρχίζει να ξεχνά την ιστορία του, τότε κινδυνεύει σιγά σιγά να
χάσει και την ταυτότητά του. Οι λαοί δεν κινδυνεύουν μόνο όταν διώκονται. Κινδυνεύουν και όταν ξεχνιούνται.
Γιατί όταν η μνήμη μένει χωρίς φωνή, τότε ο χρόνος αρχίζει σιγά σιγά να σβήνει ακόμη και τα πιο ιερά κομμάτια της ιστορίας ενός λαού.
Και εμείς σήμερα δεν επιτρέπεται να αφήσουμε τον Πόντο να γίνει σιωπή.
Αγαπητοί φίλοι,
Σε λίγο θα καταθέσουμε στεφάνια στη μνήμη των θυμάτων.
Δεν είναι μια τυπική πράξη.
Είναι ένας σιωπηλός όρκος.
Όρκος πως οι 353.000 ψυχές δεν θα σβήσουν ποτέ από τη συλλογική μας μνήμη.
Όρκος πως οι ρίζες του ποντιακού ελληνισμού θα παραμείνουν ζωντανές.
Όρκος πως η αλήθεια θα συνεχίσει να μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.
Και ίσως σήμερα, μέσα από τη σιωπή της προσευχής και τον ήχο της καμπάνας, να ακούμε ακόμη τις φωνές εκείνων που χάθηκαν να μας ζητούν μόνο ένα πράγμα:
Να μην τους ξεχάσουμε.
Αιωνία τους η μνήμη.
Χριστίνα Ντόκα



















