Τον Νικόλαο Πλαστήρα και τους περισσότερους από χίλιους Καρδιτσιώτες και Αγραφιώτες που έπεσαν στη Μικρασιατική Εκστρατεία τιμησαν την Κυριακή η Ένωση Αγραφιώτικων Χωριών, σε συνεργασία με την Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, τον Σύνδεσμο Εφέδρων Αξιωματικών, την Ένωση Επιστημόνων Καρδίτσας, τον Σύλλογο Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, την ποδοσφαιρική ομάδα και τη Ράδιο Λέσχη Ταξί “Ν. Πλαστήρας”, καθώς και τους συλλόγους και τις κοινότητες Μορφοβουνίου, Μικρασιατών–Ανατολικοθρακιωτών και Γυναικών Καππαδοκικού.
Το πρόγραμμα της εκδήλωσης περιλάμβανε μνημόσυνο στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και ομιλία για τη ζωή και το έργο του Πλαστήρα από τον αντιστράτηγο ε.α. και πρόεδρο της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Καρδίτσας, Ερμόλαο Παπαστεφανή. Ακολούθησε επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στον έφιππο ανδριάντα του Πλαστήρα στην ομώνυμη πλατεία ενώ οι εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν με παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια από τους χορευτικούς ομίλους Εν Χορώ, Λαμπερού και.Αμπελικού
ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΑΑΣ ΠΕ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ ΓΙΑ ΣΤΡΑΡΗΓΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΠΛΑΣΤΗΡΑ ΣΤΟΝ Ι.Μ. ΝΑΟ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΤΗΝ 30 ΝΟΕ 25
Μού περιποιεί εξαιρετικά μεγάλη τιμή η πρόσκληση να μιλήσω για την προσωπικότητα του αείμνηστου Αγραφιώτη Στρατηγού Νικόλαου Πλαστήρα, κατόπιν της πρόσκλησης του προέδρου και του ΔΣ της Ένωσης Αγραφιώτικων Χωριών, τους οποίους και ευχαριστώ πολύ! Σήμερα συγκεντρωθήκαμε εδώ, όχι απλώς για να τιμήσουμε έναν άνθρωπο που έγραψε ιστορία, αλλά για να θυμηθούμε έναν Έλληνα που έγινε σύμβολο ήθους, ανδρείας και ανιδιοτέλειας. Έναν άνθρωπο που δεν έζησε για τον εαυτό του, αλλά για την πατρίδα. Έναν στρατιώτη, πολιτικό και πατριώτη που πέρασε στη συλλογική μας μνήμη με το προσωνύμιο «ο Μαύρος Καβαλάρης».
Ο Νικόλαος Πλαστήρας γεννήθηκε το 1883 στην Καρδίτσα, με καταγωγή από το Μορφοβούνι. Ο πατέρας του, Χρήστος Πλαστήρας, ράφτης, και η μητέρα του, Στυλιανή Καραγιώργου, υφάντρα, ήταν φτωχοί, αλλάυπερήφανοι άνθρωποι.Τα Άγραφα, σκληρή και απάτητη γη, γέννησαν ανθρώπους που ήξεραν τι θα πει αγώνας.Από μικρός ο Πλαστήρας διδάχτηκε την απλότητα, την τιμιότητακαι κυρίως τη φιλοπατρία, εμπνεόμενος από τα περίφημα Άγραφα, καθώς, όπως λένε, τα παιδιά των βουνών μαθαίνουν νωρίς να παλεύουν με τις ανηφοριές.Και εκείνος, από νωρίς, είχε μέσα του το σπέρμα του αγωνιστή.
Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο, κατατάχθηκε στον Στρατό,τον Δεκέμβριο του 1903 με τον βαθμό του δεκανέα, και υπηρέτησε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού στα Τρίκαλα, όπου προήχθη σε Επιλοχία.Τον Απρίλιο του 1907, πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα και, μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του, επέστρεψε στη μονάδα του.Τον Ιούλιο του 1912, ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στοΠροπαρασκευαστικό Σχολείο Υπαξιωματικών της Κέρκυρας και, λίγους μήνες αργότερα, έλαβε το βάπτισμα του πυρός στους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους,στις μάχες της Ελασσόνας-Σαρανταπόρου και Γιαννιτσών. Στον β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, κατά τη φονικότατη μάχη του Κιλκίς Λαχανά, ως υπολοχαγός, με την πολεμική του δράση, συμπλήρωσε πολλές σελίδες στο χρυσό βιβλίο της Ιστορίας του Έθνους μας. Οι συνάδελφοί του ομολογούσαν πως «ο Πλαστήρας δεν λυγίζει, δεν φοβάται, ούτε όταν οι σφαίρες πέφτουν σαν βροχή». Κατόπιν, έλαβε μέρος στον α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και διακρίθηκε ιδιαίτερα στη μάχη του Σκρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προαχθεί «επ’ ανδραγαθία» στον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη.Συμμετείχε εθελοντικά ως διοικητής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, στο εκστρατευτικό σώμα στη Μεσημβρινή Ρωσία, το 1919.
Αλλά ο θρύλος του γεννήθηκε στη Μικρασιατική Εκστρατεία.Έτσι, τον Ιούνιο του 1919, το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη τότε Νικόλαο Πλαστήρα, αποβιβάστηκε στον Βουρνόβα της Μικράς Ασίας και στρατοπέδευσε στη Μαγνησία. Γρήγορα, ο Μαύρος Καβαλάρης έγινε ο φόβος και τρόμος των Τούρκων, καθώς κατάφερνε πάντα να οδηγεί το στράτευμά του σε νικηφόρες μάχες, με λιγότερες δυνάμεις από τον αντίπαλο. Προέβαινε σε εκκαθαρίσεις περιοχών απόΤούρκους, Τσέτες αντάρτες, διασφαλίζοντας τους ελληνικούς πληθυσμούς, ενώ ίδρυσε και ένα ορφανοτροφείο, με σκοπό τη φροντίδα των ορφανών Ελληνόπουλων. Μάλιστα, είχε δώσει ρητή διαταγή στους άντρες του να μην πειράξουν Τούρκους και μουσουλμάνους πολίτες. Από τον Μάρτιο του 1921, κατά την προέλαση της Ελληνικής Στρατιάς, το Σύνταγμά του κινήθηκε ως εμπροσθοφυλακή της και έτσι γεύτηκε πρώτος την τεράστια συγκίνηση και αποθέωση του ελληνικού στοιχείου της περιοχής. Λόγω της απαράμιλλης πολεμικής του δράσης, οι Τούρκοι τον ονόμασαν «Καρά-Πιπέρ» (μαύρο πιπέρι), ενώ το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων έγινε γνωστό ως «Σεϊτάν Ασκέρ» (Στρατός του Διαβόλου). Έτσι, ο Μουσταφά Κεμάλ τον επικήρυξε. Μετά τη μεταστροφή της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων και λάθη σε όλα τα επίπεδα, το μέτωπο άρχισε να καταρρέει και ο Πλαστήρας οδήγησε τη μονάδα του συντεταγμένα,από την τουρκική ενδοχώρα στον Τσεσμέ, και από εκεί στη Χίο, σώζοντας παράλληλα χιλιάδες πρόσφυγες που τον ακολουθούσαν.
Ήταν τότε που η Ελλάδα έμοιαζε να βυθίζεται στο χάος.Ο στρατός ηττημένος, η πολιτική διχασμένη, ο λαός απελπισμένος.Πρωτοστάτησαν δύο αξιωματικοί, ο Πλαστήρας και ο Γονατάς που είπαν:«Η Ελλάδα δεν πρέπει να χαθεί!». Η Επανάσταση του 1922,ήταν μία κραυγή αξιοπρέπειας, και τίποτα άλλο. Για αυτό τον λόγο ο Πλαστήρας αποκλήθηκε ως «ναυαγοσώστης του έθνους», καθώς εκείνη την σκοτεινή περίοδο κατάφερε να αποτρέψει νέες εμφύλιες συγκρούσεις.
Μετά τις εκλογές της 16 Δεκεμβρίου 1923, ο Πλαστήρας, στις 2 Ιανουαρίου 1924, παρέδωσε την εξουσία στην Δ΄ Συντακτική Συνέλευση, η οποία τον ανακήρυξε ως «Άξιο της Πατρίδας»και αποφάσισε την προαγωγή του στον βαθμό του Αντιστράτηγου εν αποστρατεία, οπότε και ο Πλαστήρας αποσύρθηκε από την ενεργό δράση.
Μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, ο Πλαστήρας επιλέχθηκε, ως πρόσωπο κοινής αποδοχής, για Πρωθυπουργός. Το 1945, μετά τη γερμανική κατοχή, η Ελλάδα βρισκόταν και πάλι σε κρίση. Ο Πλαστήρας, παρά το ότι ήταν μεγάλος σε ηλικία, δέχτηκε να υπηρετήσει τον τόπο, όμως η κυβέρνησή του είχε μικρή διάρκεια (Ιανουάριος-Απρίλιος 1945). Κι εκεί φάνηκε το μεγαλείο του χαρακτήρα του. Όταν όλοι φώναζαν για εκδίκηση και αίμα, εκείνος ζητούσε συμφιλίωση και ενότητα. Είπε το περίφημο: «Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από νικητές και ηττημένους. Έχει ανάγκη από Έλληνες».
Μετά τη λήξη του Εμφυλίου, ύστερα από εκλογικές αναμετρήσεις, αρχικά τον Μάρτιο του 1950, και κατόπιν τον Σεπτέμβριο του 1951, ανέλαβε την πρωθυπουργίακαι κυβέρνησε με πνεύμα μετριοπάθειας, και κυρίως εθνικής συμφιλίωσης.Τα μέτρα που έλαβε η νέα κυβέρνηση αποσκοπούσαν στην άμβλυνση των συνεπειών του Εμφυλίου. Πρώτιστο μέλημα της κυβέρνησής του ήταν η οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της χώρας, μεκατάργηση θανατικής ποινής, κοινωνικές παροχές, διανομή γης στους ακτήμονες, δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και έργα υποδομής. Οραματίστηκε την κατασκευή της τεχνητής Λίμνης Πλαστήρα, έργο το οποίο λίγο αργότερα πραγματοποιήθηκε.Στις 16 Νοεμβρίου 1952 διεξήχθη νέα εκλογική αναμέτρηση. Αντίπαλός του στις εκλογές αυτές ήταν ο Αλέξανδρος Παπάγος. Το κόμμα του, η ΕΠΕΚ, ηττήθηκε σ’ αυτές τις εκλογές καθώς εξέλεξε μόλις 31 βουλευτές. Αυτό σήμανε το τέλος της πολιτικής καριέρας του Πλαστήρα. Η υγεία του είχε κλονιστεί σοβαρά, πήγε στις ΗΠΑ χωρίς όμως η κατάσταση του να βελτιωθεί σημαντικά. Επέστρεψε στην Ελλάδα όπου δέχτηκε ακόμα ένα χτύπημα. Στις 3/5/1953, το κόμμα που είχε ο ίδιος ιδρύσει διαλύθηκε. Στις 26 Ιουλίου 1953, ο άγαμος, ασκητικός, αλλά ερωτευμένος με την πατρίδα αυτός άνδρας, ξεκίνησε το τελευταίο του ταξίδι για το πάνθεον των αθανάτων.
Ο Στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας υπήρξε αναμφίβολα σημαντική, αλλά και ιδιόρρυθμη στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία. Ήταν ένας από τους κορυφαίους αντιπροσώπους του σκηνικού του ελληνικού πολιτικού βίου, όπως αυτός διαμορφώθηκε μετά τον Διχασμό, αλλά και μια ιδιαίτερα σημαντική μορφή στην πορεία προς την εθνική συμφιλίωση, που ακολούθησε τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο Πόλεμο. Ως πολεμιστής υπήρξε γενναίος και ορμητικός και ως διοικητής πολύ αγαπητός στους στρατιώτες του (λέγεται ότι «φύλαγε» ακόμα και σκοπιές στρατιωτών του!). Ως άτομο υπήρξε τίμιος, απλός, σιωπηλός, μοναχικός και απόκοσμος. Χαρακτηριστικό της απέραντης αγάπης του για τον τόπο που τον γέννησε και τον ανέδειξε, αποτελεί η παράκλησή του στον προσωπικό του γιατρό, στις τελευταίες στιγμές της ζωής του, να πάρει την καρδιά του και να την μεταφέρει στην Καρδίτσα, η οποία φυλάσσεται στο Λαογραφικό Μουσείο. Ο ίδιος γιατρός, όταν φόρεσαν το νεκρικό κουστούμι στον Πλαστήρα, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο του κορμί 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα!
Ο Πλαστήρας δεν διεκδίκησε τίτλους, δεν απόλαυσε ζωή σε μέγαρα, αντίθετα έμεινε σε ένα ενοικιαζόμενο μικρό σπιτάκι. Όταν τον επισκέφθηκε εκεί η Βασίλισσα Φρειδερίκη, ως πρωθυπουργό το 1952, αιφνιδιάστηκε που τον είδε να κοιμάται σε ράντζο και τον ρώτησε με οικειότητα «Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» Αμέσως τής απάντησε «Μεγαλειοτάτη, συνήθισα το ράντζο από τον στρατό, δεν μπορώ να το αποχωριστώ».
Το πιο συγκλονιστικό δεν είναι λοιπόν τα όσα έκανε, αλλά πώς έζησε.Ο Πλαστήρας δεν απέκτησε ποτέ περιουσία.Άφησε κληρονομιά στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του 216 δραχμές και ένα δεκαδόλλαρο! Αυτός ήταν ο Πλαστήρας,ο Πρωθυπουργός που δεν είχε λεφτά ούτε για την κηδεία του, όμως έφυγε πλούσιος, όχι σε χρήμα,αλλά σε τιμή, σε αγάπη, σε αναγνώριση.
Κι εμείς σήμερα, τι έχουμε να μάθουμε από τον Πλαστήρα;Ο Πλαστήρας μάς δείχνει ότιο πατριωτισμός δεν είναι κραυγή,είναι πράξη ευθύνης.Ότι το ήθος δεν είναι λέξη ξεχασμένη,είναι ο τρόπος που φερόμαστε,ο τρόπος που κοιτάμε τον διπλανό μας.Μάς δείχνει ότι μπορείς να κυβερνήσεις με καθαρά χέρια,ότι μπορείς να είσαι δυνατός χωρίς να είσαι σκληρός,ότι μπορείς να αγαπάς την πατρίδα χωρίς να μισείς κανέναν.
Αν ο Πλαστήρας ζούσε σήμερα,ίσως θα στεκόταν πάλι στην πρώτη γραμμήόχι με όπλο, αλλά με λόγο, με πράξη, με παράδειγμα.Ίσως θα μας έλεγε: «Η Ελλάδα θα προχωρήσει μόνο όταν όλοι της οι πολίτες υπηρετούν και κανείς δεν εξουσιάζει». Γιατί αυτό ήταν το μήνυμά του:η υπηρεσία προς το κοινό καλό.Ο Στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας δεν άφησε πίσω του ούτε πλούτη ούτε μνημεία.Άφησε μια ιδέα:ότι η Ελλάδα μεγαλώνει μόνο με αγώνες και με ήθος. Ας τον θυμόμαστε, λοιπόν,όχι μόνο ως στρατηγό, όχι μόνο ως πολιτικό,αλλά ως παράδειγμα ανθρώπου.Γιατί τέτοιοι άνθρωποι δεν πεθαίνουν ποτέ.Ζουν μέσα στη συνείδηση ενός λαούπου, όσο κι αν ταλαντεύεται,ποτέ δεν παύει να αναζητά το φως.
Ας είναι ο Πλαστήρας για όλους μας πηγή έμπνευσης, με τη διαχρονική δήλωσή του «Αν όλοι οι Έλληνες έκαναν το χρέος τους,δε θα είχαμε ανάγκη από ήρωες». Ας κάνουμε, λοιπόν, κι εμείς το χρέος μας με πίστη, με αλήθεια, με σεμνότητα.Και τότε, ίσως, ο Μαύρος Καβαλάρης να χαμογελά από εκεί ψηλά,βλέποντας ότι οι ιδέες του δεν χάθηκαν,αλλά συνεχίζουν να φωτίζουν τον δρόμο μας.
Περαίνω την ομιλία, με τα διαχρονικά μηνύματα από τη ζωή του σπουδαίου αυτού ανδρός και φωτεινού προτύπου στρατιωτικού βίου. Ο Στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας γεννήθηκε σε καιρούς πολύ δύσκολους, που τα σύνορα της Ελλάδας ήταν λίγο πιο πάνω από εδώ, στη Μελούνα της Ελασσόνας. Πολέμησε ηρωικά, για δύο δεκαετίες, και γεύτηκε τον γλυκό καρπό των αγώνων του Έθνους, με τον διπλασιασμό της έκτασης της Ελλάδας, αλλά και την πίκρα που του έμεινε από την ατελέσφορη μικρασιατική εκστρατεία, παρά του ότι αντίκρυσε την Άγκυρα, μόλις 80 χιλιόμετρα μπροστά του. Παρέμεινε παράδειγμα σπαρτιάτικου βίου και απόλυτης προσήλωσης στο καθήκον.
Σήμερα, και πάλι, οι «καιροί ου μενετοί», καθώς οι διεκδικήσεις των γειτόνων μας εις βάρος μας πληθαίνουν διαρκώς. Οι απειλές των ηγετών τους, ως ένα μείγμα πολεμικών ονειρώξεων και παραληρήματος μεγαλομανίας, μέσα από μία παραζάλη δημοσιογραφικών αφηγημάτων, εισβάλλουν στα σπίτια μας. Εάν οι διπλωματικές οδοί αποτύχουν, κάθε κράτος θα πρέπει να δύναται να απαντά με τους όρους της σκληρής ισχύος. Οι πανίσχυρες Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, τα Σώματα Ασφαλείας και το έμψυχο δυναμικό του Έθνους, που είστε εσείς, θα ακολουθήσουμε τον δρόμο του Πλαστήρα, όπως έπραξαν οι πρόγονοί μας, πιστοί στη δήλωση του Περικλέους κατά τον Επιτάφιο, «Το δε ελεύθερον το εύψυχον», δηλαδή «ελεύθεροι είναι οι γενναίοι».
Υπό αυτή την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, στο δίλημμα «βούτυρο ή κανόνια», πουσήμερα ακούγεται όλο και λιγότερο, η πιο μεστή απάντηση είναι «βούτυρο, αλλά με τα κανόνια έτοιμα». Και εάν αυτό ακούγεται σκληρό και στυγνό, απολογούμαι για αυτούς που στενοχωρώ, με τη σπουδαία φράση του Στρατηγού Νικόλαου Πλαστήρα «το πλανάσθαι ανθρώπινον, αλλά το ομολογείν την πλάνην είναι ανώτερος πολιτισμός και ευγενέστερος ανδρισμός».
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει τον αείμνηστο Στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα, τους ήρωες νεκρούς Αγραφιώτες και Καρδιτσιώτες, αλλά και τους απανταχού Έλληνες και Ελληνίδες, που έπεσαν υπέρ βωμών και εστιών.
ΑΘΑΝΑΤΟΙ!
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας!












